Η παρακάτω ιστορία δεν έχει σχέση (ή έχει;) με την πραγματικότητα και είναι όνειρο ενός νέου συντάκτη μας, του Γιώργου Αυλακιώτη. Ένα όνειρο με ενδιαφέρον...

Μια χοντροκώλα ρωσίδα φώναζε σε έναν Τύπο: «Λαχανοφρουρέ, άκου τι σου λέω. Είναι εντολή. Πρέπει να γράψεις και να γράφεις κάθε μέρα κατά του Λαχαναικού! Για αρχή θα γράψεις ότι πήγαν να σκοτώσουν αυτόν το παλίκαρο τον προπονητή μας στο γήπεδο της Περιβόλας»...

«Μα πως; Εγώ υποτίθεται αγαπάω τον Λαχαναικό και γι αυτό όταν έγραφα στην εφημερίδα «Λαχανί», είχα ονομαστεί Λαχανοφρουρός».

Η χοντροκώλα ρωσίδα γύρισε στο βοηθό της, έναν κουβά με γυαλιά και του είπε: «Ντατς μιε σούνκο». Επειδή (στον ύπνο μου) ξέρω και ρωσικά, η μετάφραση είναι : «Πιάσε μια τσάντα (σακούλα)». Ο κουβάς της προέτεινε το χέρι του κρατώντας μια σακούλα γεμάτη χαρτονομίσματα.

Ο Λαχανοφρουρός μόρφασε αλλά ξαναείπε: «Μα... δουλεύω και στα κανάλια του Προέδρου του Λαχαναικού! Πως θα γίνει;»

Η χοντροκώλα ρωσίδα απάντησε: «Απο μένα παίρνεις τα λεφτά και ζείς, όχι απο τον άλλον και τέλος πάντων πάρε άλλη μια σακούλα και αύριο που θα ξαναέρθει το αεροπλάνο με τις σακούλες, θα πάρεις κι άλλα...»

Ο Λαχανοφρουρός, χαμογέλασε. «Εντάξει κυρία, ότι πείτε...» αποκρίθηκε και έσκυψε το κεφάλι!